Saturday , April 13 2024
Home / Stavros Mavroudeas Blog / Ένα παλιό αλλά επίκαιρο κείμενο για την απάτη της «αξιολόγησης»

Ένα παλιό αλλά επίκαιρο κείμενο για την απάτη της «αξιολόγησης»

Summary:
Ο όρος «αξιολόγηση» δεν υπάρχει σε κανένα θεσμικό κείμενο τόσο της ΕΕ όσο και των προτάσεων νόμου της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Αντ’ αυτού υπάρχει ο όρος «διασφάλιση ποιότητας». Είναι χαρακτηριστικά τα σχετικά κείμενα του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Διασφάλιση της Ποιότητας στην Εκπαίδευση (ENQA) που αποτέλεσε και τον σύμβουλο της ΕΕ στην σύνοδο του Μπέργκεν. Τα σχετικά μέτρα δεν μιλούν για την πιο εύηχη ελληνικά «αξιολόγηση» αλλά για «διασφάλιση της ποιότητας» (δηλαδή κάτι σαν ISO) και παραπέμπουν άμεσα σε εμπορικά προϊόντα. Θεωρείται ότι η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να οργανωθεί σαν αγορά όπου υπάρχουν «εταιρικοί συμμέτοχοι» (stakeholders – που υποτίθεται ότι είναι το σύνολο των φορολογούμενων πολιτών), παράγεται ένα εμπορεύσιμο προϊόν (εκπαιδευτικές υπηρεσίες) και πρέπει να διασφαλισθεί η

Topics:
Stavros Mavroudeas considers the following as important:

This could be interesting, too:

tom writes Rethinking conflict inflation: the hybrid Keynesian – NAIRU character of the conflict Phillips curve

Stavros Mavroudeas writes Workgroup for Marxist Macroeconomic Modelling – CfP for the 17th WAPE Forum, 2-4 August, Panteion University

John Quiggin writes Big business in Australia faces less competition than almost anywhere else – and likes it that way

John Quiggin writes Of the making of books there is no end

Ο όρος «αξιολόγηση» δεν υπάρχει σε κανένα θεσμικό κείμενο τόσο της ΕΕ όσο και των προτάσεων νόμου της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Αντ’ αυτού υπάρχει ο όρος «διασφάλιση ποιότητας». Είναι χαρακτηριστικά τα σχετικά κείμενα του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Διασφάλιση της Ποιότητας στην Εκπαίδευση (ENQA) που αποτέλεσε και τον σύμβουλο της ΕΕ στην σύνοδο του Μπέργκεν. Τα σχετικά μέτρα δεν μιλούν για την πιο εύηχη ελληνικά «αξιολόγηση» αλλά για «διασφάλιση της ποιότητας» (δηλαδή κάτι σαν ISO) και παραπέμπουν άμεσα σε εμπορικά προϊόντα. Θεωρείται ότι η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να οργανωθεί σαν αγορά όπου υπάρχουν «εταιρικοί συμμέτοχοι» (stakeholders – που υποτίθεται ότι είναι το σύνολο των φορολογούμενων πολιτών), παράγεται ένα εμπορεύσιμο προϊόν (εκπαιδευτικές υπηρεσίες) και πρέπει να διασφαλισθεί η ποιότητα και η τιμή του.

Ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιείται ο πρώτος είναι γιατί ο δεύτερος εγείρει εύλογα ερωτήματα ενώ ο πρώτος εξυπονοεί ότι όποιος διαφωνεί είναι εξ ορισμού αναξιοκράτης. Συγκεκριμένα η προπαγανδιστική χρήση του όρου «αξιολόγηση» βασίζεται σε δύο καταφανή ψεύδη.

Το πρώτο ψεύδος είναι ότι δεν υπάρχουν σήμερα διαδικασίες αξιολόγησης (δηλαδή ορισμού στόχων, διαδικασιών επίτευξης τους και τελικής αποτίμησης τους). Κάθε οργανισμός έχει – σωστούς ή λανθασμένους, επαρκείς είτε ανεπαρκείς – τέτοιους μηχανισμούς αλλιώς δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να επιβιώσει. Φυσικά σε καμία περίπτωση οι διαδικασίες αυτές δεν είναι κοινωνικά ουδέτερες αλλά πάντα εκφράζουν ταξικά συμφέροντα και συσχετισμούς. Στην ανώτατη εκπαίδευση υπάρχουν τέτοιοι μηχανισμοί τόσο όσον αφορά γενικά τα πανεπιστήμια (για παράδειγμα η μονίμως διαψευδόμενη υπόσχεση για χρηματοδότηση τους στο 5% του ΑΕΠ συνιστά ένα τέτοιο στοιχείο). Επίσης, όσον αφορά τους πανεπιστημιακούς περνούν περισσότερες από ότι συνάδελφοι στο εξωτερικό διαδοχικές διαδικασίες κρίσεις.

Το δεύτερο ψεύδος είναι ότι αυτές οι διαδικασίες αποτίμησης έργου είναι διαβλητές γιατί δεν υπάρχουν εξωτερικοί κριτές. Έχει ενδιαφέρον η υποκρισία αυτού του επιχειρήματος. Tο πρώτο ερώτημα είναι για ποιο λόγο χρειάζεται εξωτερικός διασφαλιστής ποιότητας εφόσον ο κρινόμενος θέτει ο ίδιος τις δυνατότητες, τους στόχους και τις διαδικασίες (σύμφωνα με τις αρχές διασφάλισης ποιότητας); Αν ο θέτων τους στόχους το πράττει εντίμως τότε γιατί δεν μπορεί να το κρίνει και ο ίδιος; Αν ο λόγος είναι το γραφειοκρατικό κόστος, αυτό έχει αποδειχθεί – ιδιαίτερα στην αγγλοσαξωνική διαδικασία – ότι είναι μεγαλύτερο. Αν ο λόγος είναι ότι οι εξωτερικοί αξιολογητές είναι πιο ειδικοί και καλύτεροι, πρόκειται για προφανές ψεύδος. Έχουν ήδη δημιουργηθεί ιδιωτικές ενώσεις (ενώ στις ΗΠΑ είναι κανονικές εταιρείες) που λειτουργούν ως διασφαλιστές ποιότητας της εκπαίδευσης. Πρόκειται για κριτές «δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» που κάθε άλλο παρά ειδικοί επί της ουσίας είναι. Αν ο λόγος είναι η ύπαρξη ομάδων συμφερόντων, ο φαβοριτισμός και οι πελατειακές σχέσεις μέσα στο πανεπιστήμιο, αυτά κάλλιστα μπορεί να υπάρξουν και με εξωτερικούς κριτές. Αν κάτι θα αλλάξει είναι ότι τέτοιες δυνατότητες θα έχουν μόνο ισχυρά πανεπιστημιακά, κρατικά και κοινωνικο-οικονομικά κέντρα και όχι η οποιαδήποτε πανεπιστημιακή φατρία. Η διαπλοκή και ο φαβοριτισμός θα υπάρχει σε πολύ ψηλότερα επίπεδα, για πιο κρίσιμες περιπτώσεις και ταυτόχρονα θα είναι περισσότερο αδιαφανή (και άρα θα επισύρουν πιο δύσκολα την δημόσια κατακραυγή). Ταυτόχρονα, τα κυρίαρχα συμφέροντα για να επιβληθούν δεν θα χρειάζεται να διαμεσολαβούνται από ενδιάμεσα συμφέροντα πανεπιστημιακών φατριών αλλά θα επιβάλλονται με μικρότερο κόστος (λόγω της περιστολής της διαμεσολάβησης), πιο απρόσωπα και γι’ αυτό πιο λειτουργικά. Αν ο λόγος είναι ότι δεν μπορούν κριτές και κρινόμενοι να είναι οι ίδιοι τότε αυτό είναι το λιγότερο ασυνεπές και σίγουρα υποκριτικό. Είναι χαρακτηριστικό του αδιεξόδου αυτής της λογικής το εξής: αν πάντα χρειάζεται ένας εξωτερικός κριτής τότε ποιος θα κρίνει τους κριτές; Μπροστά σε αυτό το λογικό αδιέξοδο η ENQA καταλήγει στο εξής υποκριτικό σόφισμα: περιοδικά η μία ένωση διασφαλιστών ποιότητας θα κρίνει τις άλλες. Φυσικά εδώ η απαίτηση περί εξωτερικότητας δολίως εξαφανίζεται.

Η επιβολή του μηχανισμού της διασφάλισης ποιότητας θα έχει μία σειρά αντιδραστικές συνέπειες.

Πρώτον, παρά τις διαψεύσεις – και όπως δείχνει η εμπειρία του αγγλοσαξωνικού συστήματος – αργά ή γρήγορα ο μηχανισμός αυτός θα συνδεθεί με ένα σύστημα ποινών και επιβράβευσης (μέσω της κρατικής χρηματοδότησης). Αυτό θα οδηγήσει σε μία αριστοκρατική ιεράρχηση μεταξύ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων – όπως άλλωστε η συζήτηση περί «κέντρων αριστείας» υποδηλώνει. Πρακτικά θα επικρατήσει η εξαιρετικά αντιδραστική λογική «οι καλοί να γίνουν καλύτεροι και οι κακοί χειρότεροι» καθώς θα επιβραβεύει αυτούς που πάνε καλά και θα τιμωρεί αυτούς που αποτυγχάνουν με αποτέλεσμα οι τελευταίοι – αν δεν μπορέσουν να περάσουν ένα κατώφλι – ουσιαστικά να οπισθοδρομούν ακόμη περισσότερο.

Δεύτερον, θα δημιουργήσει συνθήκες «επιστημονικού μακαρθισμού» καθώς γνωστικά αντικείμενα και επιστημονικές προσεγγίσεις που είναι μη-χρήσιμα ή κριτικά προς το σύστημα θα εξοβελισθούν συστηματικά στις παρυφές ή και εκτός πανεπιστημίου. Στον χώρο της Οικονομικής Θεωρίας η επιβολή διάφορων λιστών «έγκριτων περιοδικών» – υποτίθεται με κριτήριο ποια διαβάζονται ή αναφέρονται πιο πολύ – είναι γνωστό ότι οδηγεί στον εξοβελισμό όχι μόνο της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας αλλά και ακόμη Κεϋνσιανών, Θεσμιστικών και άλλων προσεγγίσεων καθώς επίσης και στην περιθωριοποίηση ολόκληρων γνωστικών αντικειμένων (π.χ. Ιστορία Οικονομικής Σκέψης).

Τρίτον, προοπτικά θα ανοίξει ο δρόμος για τον κατακερματισμό του σώματος των μελών ΔΕΠ και την δημιουργία πολλών διαφορετικών κατηγοριών πανεπιστημιακών. Κάθε μία από αυτές θα έχει διαφορετικό μισθολόγιο και διαφορετικές διοικητικές αρμοδιότητες και δυνατότητες εξέλιξης. Φυσικά αυτό θα υπονομεύσει κάθε δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης.

Ένα παλιό αλλά επίκαιρο κείμενο για την απάτη της «αξιολόγησης»
Stavros Mavroudeas
He is currently Professor of Political Economy at the Department of Social Policy of Panteion University. He was previously Professor of Political Economy at the Department of Economics of the University of Macedonia. He studied at the Economics Department of the National Kapodistriakon University of Athens, from where he received his BA Economics (1985 - First Class Honours).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *